ρυνιόφυτα

τα, Ν
(παλαιοβοτ.) γενική ονομασία που αναφέρεται σε μερικά γένη απολιθωμένων φυτών που ανακαλύφθηκαν κοντά στο Ρύνι τού Αμπερντίν τής Σκωτίας και τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη μελέτη τής προέλευσης τών τραχεοφύτων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • άθροισμα — Το συγκεντρωμένο πλήθος ανθρώπων ή πραγμάτων. (Βοτ.) Ταξινομική μονάδα κατάταξης των φυτών, αντίστοιχη του όρου φύλο, που χρησιμοποιείται για τη συστηματική κατάταξη των ζώων. Το φυτικό βασίλειο υποδιαιρείται συνολικά σε 17 α. ή διαιρέσεις:… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.